Αναλυτικά όσα δήλωσε:
Για τη χαρά του μπάσκετ που βρήκε και πάλι στην Ελλάδα: «Νεότερος ήμουν πραγματικά συναισθηματικός στο γήπεδο. Έπαιζα πολύ με συναίσθημα. Ίσως υπερβολικά πολύ… Παίζοντας στο ΝΒΑ, είναι πάρα πολλά τα παιχνίδια για να το κάνεις αυτό. Θα “συντριβείς”, θα έχεις τρελά σκαμπανεβάσματα επειδή βιώνεις και αποδέχεσαι αυτά τα συναισθήματα. Και παρόλο που τώρα είμαι πιο στωικός, το πάθος εδώ μου επέτρεψε να επιστρέψω σε αυτό. Ένιωσα υπέροχα να παίζω με αυτή τη “φλόγα” και αυτή την ενέργεια… Αυτό μου έλειπε. Χαίρομαι πραγματικά που εδώ μπόρεσα να νιώσω ξανά ζωντανός!».
Για την προσαρμογή του στην Ελλάδα: «Ήταν προφανώς μια μεγάλη αλλαγή το να αφήσω τις ΗΠΑ, το ΝΒΑ, έχοντας περάσει εκεί σχεδόν όλη την επαγγελματική καριέρα μου, για 12 σεζόν. Πριν από τη μετακόμισή μας εδώ, δεν είχαμε έρθει ποτέ στην Ελλάδα, επομένως δεν ξέραμε τι να περιμένουμε. Έχουμε δύο παιδιά, οπότε είναι μια μεγάλη αλλαγή για την οικογένειά μας, για μένα, για την καριέρα μου και τα όλα τα άλλα. Ήρθαμε χωρίς προσδοκίες και προφανώς μας φέρθηκαν εξαιρετικά καλά οι άνθρωποι, ο σύλλογος, όλοι. Όλοι προσπάθησαν και έκαναν σαφώς μια προσπάθεια να μας κάνουν να αισθανθούμε καλά και είμαστε εξαιρετικά ευγνώμονες γι’ αυτό».
Για την επέκταση του συμβολαίου του και το τέλος της καριέρας του στον Ολυμπιακό: «Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη. Μετά το τέλος της σεζόν, ο ατζέντης μου και η ομάδα είχαν μια συνάντηση και εξέτασαν το ενδεχόμενο. Εδώ είναι που θέλω να βρίσκομαι. Θέλω να τελειώσω την καριέρα μου εδώ. Δεν ξέρω πόσα χρόνια μου απομένουν, όμως εδώ θέλω να μείνω. Αυτό είναι το σπίτι μου τώρα. Έτσι, η απόφαση ήταν πολύ εύκολη».
Για τη συνεργασία του με τον Γιώργο Μπαρτζώκα: «Έχω παίξει για πολλούς διαφορετικούς προπονητές, πολλές διαφορετικές φιλοσοφίες και είμαι σε θέση να προσαρμοστώ σχεδόν σε όλα… Ο κόουτς Μπαρτζώκας είναι mastermind! Επιθετικά είναι εξαιρετικά έξυπνος. Ο τρόπος που σκέφτεται το παιχνίδι και η προσέγγισή του είναι εξαιρετική. Θέλω να πω ότι είναι προσανατολισμένος στην ομάδα, το οποίο ήταν μεγάλη διαφορά από το να έρχεσαι από τη Νέα Υόρκη, όπου υπήρχε πολύ παιχνίδι “απομόνωσης”. Δίνεις στον καλύτερο παίκτη σου τη μπάλα ανά πάσα στιγμή και έχεις σουτέρ να τον περιτριγυρίζουν και αυτό εδώ ήταν αναζωογονητικό… Ήταν πολύ εύκολη η μετάβαση».




