Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, αγωνιστικά οι δύο ομάδες έχουν εντελώς ξεχωριστή φιλοσοφία, αλλά τα προβλήματά τους ξεκινούν από κοινή βάση. Η μεγάλη αντίθεση μεταξύ τους έρχεται στο ψυχολογικό κομμάτι, κάτι που εξηγεί εν πολλοίς γιατί το κλίμα που περιβάλλει τους δύο «αιώνιους» είναι τόσο διαφορετικό, ενώ τα νούμερα και τα ρεκόρ τους είναι πάρα πολύ κοντινά.
Πράγματι, στον Παναθηναϊκό υπάρχει μία γενικότερη θετικότητα πως η ομάδα θα βρει την άκρη της. Λίγο η ηρεμία που προκύπτει από τις επιτυχίες του 2024, λίγο οι πειστικές εμφανίσεις στα «μεγάλα ραντεβού» και λίγο η φιλοξενία του Final Four εντός έδρας, έχουν δημιουργήσει μία αύρα αισιοδοξίας, που βοηθάει το σύνολο του Εργκίν Αταμάν να ξεπερνάει τους όποιους κραδασμούς προκύπτουν, χωρίς ποτέ αυτοί να οδηγούν σε εσωστρέφεια. Η στήριξη από τον κόσμο στον προπονητή και τους παίκτες που έφεραν το έβδομο ευρωπαϊκό τρόπαιο είναι δεδομένη και ακλόνητη, όπως και η συσπείρωση μεταξύ φιλάθλων, διοίκησης και ομάδας.
Στον Ολυμπιακό η κατάσταση είναι διαφορετική. Οι συνεχόμενες αποτυχίες στα προηγούμενα Final Four (σε συνδυασμό με την εμφατική επιστροφή του «αιώνιου» αντιπάλου) έχουν φέρει στον σύλλογο ένα κλίμα πίεσης, το οποίο πολλές φορές γίνεται αφόρητο. Οι κακές βραδιές δεν είναι τόσο εύκολα διαχειρίσιμες στο Φάληρο, αφού τις περισσότερες φορές οδηγούν σε «γκρίνια», αμφισβήτηση στο πρόσωπο του προπονητή και των παικτών, αλλά και εσωστρέφεια. Το «πρέπει» που υπάρχει πάνω από το κεφάλι των «ερυθρόλευκων» γίνεται συχνά βαρύ και ασήκωτο. Είναι χαρακτηριστικό ακόμη και στα πρόσωπα των περισσότερων παικτών, που σπάνια δείχνουν να διασκεδάζουν πραγματικά το παιχνίδι, ακόμη και σε καλές εμφανίσεις.
Η αντίθεση αυτή στην ψυχοσύνθεση των δύο αντιπάλων είναι που καθιστά και τόσο σημαντικό το συγκεκριμένο ντέρμπι, παρόλο που η Euroleague βρίσκεται ακόμη στου δρόμου τα μισά. Πέρα από το βαθμολογικό διακύβευμα, το πνευματικό είναι ακόμη μεγαλύτερο. Ο Παναθηναϊκός γνωρίζει πως μία πιθανή νίκη θα σπάσει το αρνητικό σερί του στα ευρωπαϊκά παιχνίδια με τους «ερυθρόλευκους», θα τονώσει την ήδη ανεβασμένη ψυχολογία του και θα φέρει τον «αιώνιο» αντίπαλο σε ακόμη μεγαλύτερη εσωστρέφεια. Από την άλλη, για τον Ολυμπιακό το ντέρμπι αυτό είναι μία μεγάλη ευκαιρία να επαναφέρει τη θετικότητα στις τάξεις του, καθώς με μια νίκη στην έδρα του Παναθηναϊκού μπορεί να αλλάξει άρδην το κλίμα, να επαναφέρει τη χαμένη αυτοπεποίθηση στο εσωτερικό της ομάδας και να ξαναζεστάνει τον ενθουσιασμό του κόσμου του.
Παρόλο που ο Εργκίν Αταμάν και ο Γιώργος Μπαρτζώκας είναι δύο προπονητές εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας τόσο στο μπάσκετ που θέλουν να παίζουν οι ομάδες τους όσο και στον τρόπο κοουτσαρίσματος, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός φέτος παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες στα θετικά αλλά και τα αρνητικά τους στοιχεία. Η βασική από αυτές είναι η ανισορροπία μεταξύ άμυνας και επίθεσης, με τους δύο «αιώνιους» να μην έχουν καταφέρει να χτίσουν σταθερότητα και στις δύο πλευρές του παρκέ, παρουσιάζοντας κυρίως εκλάμψεις two-way παιχνιδιού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παναθηναϊκός είναι η πέμπτη επίθεση της Euroleague με 119.8 πόντους ανά 100 κατοχές, αλλά η ένατη άμυνα με παθητικό 115.9 πόντων ανά 100 κατοχές. Από την άλλη πλευρά, ο Ολυμπιακός διαθέτει την καλύτερη επιθετική παραγωγή με 122.2 πόντους ανά 100 κατοχές, ωστόσο είναι 11ος στην άμυνα, δεχόμενος 116.9 πόντους ανά 100 κατοχές. Αυτά τα νούμερα αναδεικνύουν ότι και οι δύο ομάδες είναι επιθετικοκεντρικές, όμως μοιράζονται την κοινή αδυναμία να αμυνθούν με σταθερότητα. Κι αν αυτό είναι κάτι συνηθισμένο για μία ομάδα του Εργκίν Αταμάν, για τους «ερυθρόλευκους» του Γιώργου Μπαρτζώκα, που παραδοσιακά στηρίζονται πρωτίστως στην σκληράδα στα μετόπισθεν, η μεταστροφή αυτή είναι εντυπωσιακή, έχει όμως ξεκάθαρες εξηγήσεις.




