Είναι δύσκολο να τα βάζεις με τo χρόνο. Με τα απανωτά κύματα που προστάζει κάθε εποχή. «Ρεύματα» τα βάφτισαν οι λογοτέχνες και δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη για να αναρωτηθείς το γιατί. Ανέκαθεν, άλλωστε, όριζαν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και κανείς δεν μπορούσε να πάει κόντρα στην ορμή τους. Ή τουλάχιστον, όσοι το κατάφεραν μετρώνται στη χούφτα του ενός χεριού. Στο ποδόσφαιρο, τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί το ρεύμα του «Modern Football». Και μια από τις βασικές αρχές που το διέπει είναι ο εξωραϊσμός της εξέδρας. Στην Ισπανία για παράδειγμα, Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα έχουν εκδιώξει εδώ και χρόνια τους ultras από τις βιτρίνες του «Σαντιάγο Μπερναμπέου» και του «Καμπ Νόου». Μια απόπειρα μαζικής κάθαρσης και αποστείρωσης της οπαδικής κουλτούρας, στα πρότυπα που έχει παρουσιάσει εδώ και δεκαετίες η Premier League μετά την κήρυξη πολέμου απέναντι στον χουλιγκανισμό. Κάπου, ωστόσο, στις νοτιοανατολικές ακτές της Γαλλίας, ο χρόνος δείχνει να έχει ξεχάσει να κυλήσει. Η Μασσαλία έχει φωλιάσει σε μια ρωγμή στο αέναο χρονικό ταξίδι, και κάθε πτυχή στους δρόμους της φροντίζει να στο υπενθυμίζει. Είναι σε εκείνα τα μέρη όπου η οπαδική τάξη της Μαρσέιγ έχει μετατραπεί σε ένα κλασικό παράδειγμα αναχρονισμού. Ένα κίνημα που ανήκει σε χρόνια περασμένα. Κι όμως, που μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να διατηρήσει ακέραια τη δική του ταυτότητα, απέναντι στα θέλω του μοντερνισμού. Την εποχή, άλλωστε, που οι μεγαλύτερες ομάδες προσπαθούν να αποστειρώσουν τον οπαδισμό, η Μαρσέιγ συνεχίζει να τρέφει έναν από τους πιο ριζοσπαστικούς, ένθερμους, πολιτικοποιημένους και αντιδραστικούς λαούς της ευρωπαϊκής ηπείρου. Και μια έννοια «ρομαντισμού» μπορεί να είναι ένας από τους λόγους που έχει οδηγήσει σε αυτή τη συντήρηση, αλλά δεν είναι ο πραγματικός. Οφείλουμε να θυμόμαστε πως οι οπαδοί της Μαρσέιγ είναι ο καρπός της Μασσαλίας. Και κατ΄επέκταση, οι θεματοφύλακες της δικής της καθημερινής ζωής. Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γαλλίας πρόκειται ομολογουμένως για το μέρος των εκτοπισμένων. Το καταφύγιο του απόκληρου, του ρακένδυτου, του παρία. Κάτω από τη μεγαλοπρεπή αψίδα της Porte d’Aix, δεν κυκλοφορούν πλέον οι πλούσιοι ταξιδιώτες του παρελθόντος, αλλά οι περιθωριοποιημένοι του 2026. Άνθρωποι που παλεύουν για μια καλύτερη ζωή κι άνθρωποι που παλεύουν για να χαλάσουν τις ζωές άλλων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι οπαδοί της Μαρσέιγ έχουν τον δικό τους ρόλο για να παίξουν. Την ώρα που οι ultras άλλων ομάδων κάνουν επίδειξη πλούτου στα social media, εκείνοι μοιράζουν φαγητό στους δρόμους της παρηκμασμένης τους πολιτείας. Πάντα, με το έμβλημα της ομάδας ως το τατουάζ που έχει χτυπήσει στις φλέβες της ολόκληρη η πόλη. Και μια βόλτα στα σοκάκια της αρκεί, ώστε το βλέμμα σου να πέσει πάνω του.Θα το βρεις χαραγμένο στους τοίχους εγκαταλελειμμένων κτιρίων, φορεμένο στα στήθη νέων και γέρικων κορμιών και ορατό στις βιτρίνες των καταστημάτων. Παντού σε κάθε στενό. Σε μέρη όπου η λαϊκή κι εργατική ταυτότητα, ο τοπικισμός και ο αντιφασισμός παρουσιάζονται ως τα κύρια γνωρίσματα, δίχως ωστόσο να αποτελούν το μοναδικό πολιτικό «πρόσημο» των Μασσαλών. Δεν μιλάμε συνεπώς απλώς για μια οπαδική τάξη, αλλά για μια κοινωνική ομάδα, η οποία λειτουργεί στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο μιας πόλης που αγγίζει το ένα εκατομμύριο κατοίκων. «Πρώτον, δεν φοβόμαστε τις αρχές και ξέρουμε πώς να αντιμετωπίζουμε την αστυνομία. Δεύτερον, είμαστε ενωμένοι σε όλη μας τη ζωή, μέχρι τον θάνατο. Και τρίτον, δουλεύουμε σκληρά. Αυτό δεν είναι φιλανθρωπία· είναι αντίσταση, για να μην αφήσουμε τις γειτονιές μας να διαλυθούν» είναι μια από τις σύντομες περιγραφές που έχουν δοθεί εκ των σπλάχνων της για να την περιγράψουν. «Εμείς, εδώ, είμαστε οπαδοί του ποδοσφαίρου που αγωνίζονται ως αντιφασίστες — αλλά στην πραγματικότητα είμαστε ενάντια στον ταξικό διαχωρισμό. Πιστεύουμε ότι ο ρατσισμός θα πάψει να αποτελεί πρόβλημα όταν καταργηθούν οι δομικές ανισότητες που δημιουργεί η κυριαρχία της μιας κοινωνικής τάξης πάνω στις άλλες» είχαν πει μέλη της σε συνέντευξη στην «huck» του 2014. Κι έκτοτε, δεν έχουν αλλάξει και πολλά…Κόντρα άλλωστε στο ξεκίνημα της Μαρσέιγ, η μάχη κατά της κοινωνικής ανισορροπίας είναι μια ιδεολογία που διέπει τον σύλλογο πίσω ακόμα και από την εποχή του θρυλικού προέδρου, Μπερνάρ Ταπί, ο οποίος σφυρηλάτησε τον μύθο του τη δεκαετία του 80΄. Ένας σύλλογος που γεννήθηκε το 1899 από κόλπους αριστοκρατικών κύκλων, σήμερα αποτελεί το πρόσωπο του περιθωριοποιημένου. Ένα πρόσωπο, ωστόσο, με μπόλικη δύναμη στο «Βελοντρόμ»…Από την εποχή του Παριζιάνου, Μπερνάρ Ταπί – του προέδρου που έφερε το μοναδικό Champions League στη Μασσαλία – οι οπαδοί της Μαρσέιγ είχαν καταστήσει σαφές σε κάθε διοίκηση πως εκείνοι κάνουν πραγματικό κουμάντο στις μεγάλες αποφάσεις της ομάδας. Κανένας εκκεντρικός πρόεδρος, φιλόδοξος ιδιοκτήτης, ολιγάρχης ή ξενόφερτο επενδυτικό fund δεν έχει τη δύναμη για να τους καθαιρέσει. Όσα εκατομμύρια κι αν ρίξουν στο βωμό. Δεν έχουν καμία ελπίδα, αν δεν καταφέρουν να πάρουν την κερκίδα με το μέρος τους. Ο Ταπί είχε καταλάβει πόσα μπορούσε να κερδίσει από τη στήριξή τους και τούς παραχώρησε το μοναδικό προνόμιο να εποπτεύουν τη διάθεση των εισιτηρίων, κρατώντας μάλιστα ένα μερίδιο από τα έσοδα. Πρόκειται για μια συμφωνία μοναδική στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, η οποία δεν επιβάρυνε σημαντικά τα συνολικά οικονομικά του συλλόγου. Ήταν όμως κι ένας τρόπος για να έχει υπό τον έλεγχό του και τις πέντε οπαδικές τάξεις του κλαμπ, οι οποίοι απαριθμώνται κοντά στις 15 χιλιάδες.Τα χρόνια βέβαια, πέρασαν, οι πρόεδροι και οι διοικήσεις, άλλαξαν, όμως κανείς δεν κατάφερε να σπάσει αυτόν τον κλοιό επιρροής των οπαδών στην καθημερινότητα της ομάδας. Μια απόπειρα στα πρότυπα της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρτσελόνα ήταν δεδομένο πως θα οδηγούσε σε βίαιες συγκρούσεις, μεθόδους που οι οπαδοί έχουν χρησιμοποιήσει κατά κόρον στο παρελθόν. Τελευταίος μάρτυρας ήταν η διοίκηση του Πάμπλο Λονγκόρια πίσω στο 2023. Σε μια περίοδο όπου η Μαρσέιγ πάλευε να βρει τα πατήματά της, οι οπαδοί έστειλαν ξεκάθαρο τελεσίγραφο στη διοίκηση.«Μου είπαν είτε παραιτείστε, είτε ξεσπά πόλεμος» είχε παραδεχτεί ο άλλοτε πρόεδρος των Μασσαλών, ο οποίος πάλεψε για τη θέση του, αλλά τελικά παραιτήθηκε τρία χρόνια αργότερα. Ο Στεφάν Ρισάρ ανέλαβε τον προεδρικό θώκο τον Απρίλιο του 2026, όμως η παρουσία του στο Δ.Σ δεν θα εξαρτηθεί μονάχα από την αγωνιστική πορεία της ομάδας, αλλά κι από τη σχέση του με τους οπαδούς. Για κάθε πρόεδρο και διοικητικό στέλεχος, άλλωστε, που θα περνάει σαν ριπή ανέμου, οι οπαδοί της Μαρσέιγ θα είναι για πάντα εκεί. Αγέρωχοι στο χρόνο, ως οι πραγματικοί κουμανταδόροι. Δεσμοφύλακες ή θεματοφύλακες του κλαμπ. Το πώς επιλέγει, βέβαια, να τους ορίσει ο καθένας, είναι μια άλλη ιστορία…




