Ο Ολυμπιακός αναζητούσε έναν οργανωτή και όχι έναν (ακόμη) σκόρερ. Άλλωστε με τη συνύπαρξη Ντόρσεϊ, Φουρνιέ και Βεζένκοφ, τριών «σεσημασμένων» εκτελεστών, δεν περίσσευαν πολλές μπάλες και ο Γιώργος Μπαρτζώκας το τελευταίο που θα χρειαζόταν ήταν ένας ακόμη παίκτης, που θα θέλει πολύ την μπάλα στα χέρια του και θα έχει ως πρώτο μέλημα το σκορ.
Ο Μόντε Μόρις δεν είναι αυτό. Είναι ένας «κοντρολαρισμένος» πλέι μέικερ. Δεν θα πάει σε εξεζητημένες προσπάθειες, θα διαβάσει με υπομονή την αντίπαλη άμυνα, θα ψάξει τους συμπαίκτες του και όταν θα του δοθεί η ευκαιρία θα το «μπουμπουνίσει».
Η ωριμότητα των επιλογών του είχε διαφανεί από τα χρόνια του στο κολέγιο, όπου στο ισχυρό Iowa State είχε το ρεκόρ σε αναλογία ασίστ/λαθών για μια τετραετία στο NCAA με 4,65 (5,5 ασίστ για 1,2 λάθη ανά αγώνα σε 140 εμφανίσεις). Και μεταφράστηκε και στα οκτώ χρόνια καριέρας του στο ΝΒΑ, όπου είχε 1.698 ασίστ (3,5 ανά αγώνα) για 339 λάθη (0,7 λάθη), με την αναλογία ασίστ/λαθών του να είναι μία από τις κορυφαίες στα χρονικά της λίγκας, με 5!
Η σοβαρότητα και το καθαρό μυαλό με το οποίο αγωνιζόταν ήταν κι ο λόγος που κατάφερε να αποκτήσει ρόλο σε μια καλά οργανωμένη ομάδα, όπως οι Νάγκετς, για μια πενταετία. Ερχόταν συνήθως από τον πάγκο για τον Μάικ Μαλόουν, με εξαίρεση τη σεζόν 2021/22, όπου προήχθη στην πρώτη πεντάδα λόγω του σοβαρού τραυματισμού του Νο2 της ομάδας, Τζαμάλ Μάρεϊ. Εκείνη ήταν και η καλύτερη σεζόν του στο ΝΒΑ, όπου μέτρησε 12,6 πόντους (με 39,6% στα τρίποντα), 4,4 ασίστ και 3 ριμπάουντ σε 29,9 λεπτά ανά αγώνα στην κανονική περίοδο και στα playoffs, σε πέντε αγώνες, είχε 14 πόντους (με 42,3% στα τρίποντα), 5,4 ασίστ, 2,2 ριμπάουντ και 1,2 κλεψίματα σε 31,1 λεπτά.




